δεξιότοιχος

δεξιό-τοιχος, ον,
A on the starboard side of a ship, AB91, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δεξιότοιχος — ο (Α δεξιότοιχος) νεοελλ. όποιος εκτελεί υπηρεσία στη δεξιά πλευρά πολεμικού πλοίου αρχ. κωπηλάτης στη δεξιά πλευρά τού σκάφους. [ΕΤΥΜΟΛ. < δεξιός + τοίχος (στον πληθ. τοίχοι, οι «τα πλάγια μέρη του πλοίου, τα πλευρά»)] …   Dictionary of Greek

  • δεξιότοιχοι — δεξιότοιχος on the starboard side of a ship masc/fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξιός — ά, ό και δεξύς, ιά, ύ (ή δεξής, ιά, ί) και δεξός, ά, ό (AM δεξιός, ά, όν) Ι. 1. (για τα μέλη τού σώματος) αυτός που βρίσκεται στο μισό μέρος όπως χωρίζεται με μια νοητή κάθετη γραμμή από το αριστερό μέρος (στο οποίο ακούγονται οι παλμοί τής… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.